Το άθροισμα της θλίψης

Κατεβαίνοντας τη Σκουφά προς Εξάρχεια πέρασα, όπως κάθε Τετάρτη, μπροστά από το κτίριο του Παιδαγωγικού Τμήματος του ΕΚΠΑ επί της Ναυαρίνου. Η εικόνα των οδοκαθαριστών του δήμου που μάζευαν, με σκούπες και φαράσια, σωρούς από σκισμένες προεκλογικές αφίσες μπροστά σ’ ένα άθλιο κτίριο, με σπασμένα τζάμια στην ξεβαμμένη σιδερένια πόρτα του, γλίτσα δεκαετιών στα πεζοδρόμια και ατελείωτα σημάδια στους τοίχους από αφισοκολλήσεις κι από συνθήματα που σβήστηκαν και ξαναγράφτηκαν εκατοντάδες φορές, ήταν θλιβερή. Έχω περάσει από εκεί άπειρες φορές αλλά μόλις σήμερα παρατήρησα πόσο άσχημο είναι αυτό το κτίριο, αρχιτεκτονικά και αισθητικά, κι αυτή η παρατήρηση εντάθηκε από το θέαμα της μάταιης προσπάθειας καθαρισμού ενός χώρου που μόνο με κατεδάφιση μπορεί να καθαρίσει. Ίσως τις προηγούμενες φορές το βλέμμα μου έπεφτε σ’ εκείνες τις καλοντυμένες φοιτήτριες με τα τεράστια γυαλιά ηλίου, τα βιβλία με τα πολύχρωμα post-it στις άκρες των σελίδων και τους χυμούς πορτοκάλι ή τους φρέντο-εσπρέσσο-χωρίς-ζάχαρη στο χέρι, τόσο αταίριαστες με τη μαυρίλα της Ναυαρίνου, και αποσπώνταν από την περιρρέουσα ασχήμια. Ίσως πάλι οι αντοχές μου μπροστά στο γκρίζο να μειώνονται, όσο οι απαιτήσεις μου για όμορφες, καθαρές και λειτουργικές αστικές υποδομές αυξάνονται. Αυτό το κτίριο είναι ένα από τα δεκάδες χιλιάδες κακοσυντηρημένα, ακατάλληλα κτίρια που στεγάζουν δημόσιους οργανισμούς, εφορίες, περιφερειακά ιατρεία, ασφαλιστικά ταμεία, κι αυτά είναι με τη σειρά τους ένα μικρό υποσύνολο του αθηναϊκού αστικού τοπίου — ενός λευκόγκριζου τοπίου εντελώς ισόπεδου, με ένα κτίριο, ένα φουγάρο, λίγο χρώμα, λίγο πράσινο, να ξεπετάγεται αραιά και πού, κοροϊδευτικά μέσα στην κομπορρημοσύνη του ότι κατάφερε να ξεφύγει από την απαραίτητη ισότητα των έξι ορόφων. Κάθε τέτοιο κτίσμα αποτελεί έναν παράγοντα στην αθροιστική εξίσωση της θλίψης του αθηναϊκού τοπίου και, συνεπακόλουθα, παράγοντα που επιβαρύνει το ισοζύγιο της χαράς ή της θλίψης όσων ζούμε και αναπνέουμε μέσα σ’ αυτό το τοπίο.

Leave a comment

Δίσκοι ζωής #6: Θανάσης Παπακωνσταντίνου - Της Αγάπης Γερακάρης



Ένα από τα όμορφα δώρα που κράτησα από τα φοιτητικά μου χρόνια ήταν ότι ανακάλυψα τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Ήταν τέλη Αυγούστου του 1997 στην αγαπημένη Πρέβεζα και άκουγα σε τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό πρόγραμμα που έκαναν κάτι φοιτητές. Ανάμεσα σε άπειρα κομμάτια Πυξ Λαξ και Κατσιμιχαίων, πασπαλισμένα με φοιτητικές αμπελοφιλοσοφίες και ρομαντισμούς, έπαιξαν τη “Μαλαματένια Ζωή” από τον δίσκο “Της Αγάπης Γερακάρης” που είχε κυκλοφορήσει μόλις τον περασμένο Οκτώβρη. Νομίζω πρέπει να ήταν την επόμενη κιόλας μέρα που πήγα στο τοπικό δισκάδικο και, σχεδόν ως εκ θαύματος, βρήκα και αγόρασα το CD. Όταν αισθάνομαι αυτό το ξεχωριστό σπρώξιμο που με κάνει ν’αγοράζω δίσκους έχοντας ακούσει ένα μόνο τραγούδι, δε μου έχει βγει ποτέ σε κακό και φυσικά ούτε τότε.

Δυστυχώς δεν είμαι καλός στα λόγια και δε μπορώ να περιγράψω πόσο με άλλαξε σαν άνθρωπο αυτός ο δίσκος. Το “θλιμμένο πάλσαρ”, η βάρκα που “γυρεύει λαμνοκόπους”, οι πολιτείες που χορεύουν “σε ρυθμό κιρκαδιανό”, η darbuka, το saz και το bendir, η θεϊκή φωνή της Μελίνας Κανά σε αντίθεση με την ένρινη, σχεδόν ενοχλητική, αλλά μαγνητική φωνή του Θ.Π., όλα αυτά ακούγονταν πρωτόγνωρα στ’αυτιά μου τα μαθημένα στις ηλεκτρικές κιθάρες, το feedback και το ρυθμό 4/4. Οι στίχοι, οι τότε ακατανόητοι στίχοι, είχαν τη δική τους μαγεία γιατί η ερμηνεία τους δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Αλλά δε με ένοιαζε να μάθω πιο πολλά, μου αρκούσε ν’ακούσω για τη θέρμη της Μπεκάα και για τον Αρχαγγελίτικο. Η άγνοια ήταν μέρος της μαγείας.

Με τους δίσκους που λατρεύω, έχω ένα περίεργο συνήθειο: τους ακούω σπάνια, λίγες φορές το χρόνο, σαν να είναι βινύλια που έχουν χιλιοπαιχτεί και θα λιώσουν με ένα άκουσμα ακόμα. Αλλά δεν το κάνω γι’αυτό, παρά για να επανασυνδεθώ μαζί τους με έναν τρόπο που δε θα είναι τυπικός, βάζω-ένα-CD-να-παίζει-ενώ-πλένω-τα-πιάτα. Θα έχει περάσει καιρός, θα έχω ξεχάσει κάποιους στίχους όταν σιγοτραγουδώ, αλλά θα θυμάμαι για τους επόμενους μήνες εκείνο το σφίξιμο που νιώθεις στην καρδιά από την τόση ομορφιά που σχεδόν δε μπορείς να την αντέξεις. Απόψε, στην επιστροφή από τη θάλασσα, αυτή την υπέροχη μέρα, κάποιος σταθμός έπαιξε τον “Αποσπερίτη”. Μόλις τελείωσε, έβαλα εκείνο το CD των 17 ετών που πλέον έχω μόνιμα στο αυτοκίνητο. Οι ήχοι του γερακάρη ακούγονταν διαφορετικοί στο αθηναϊκό λυκόφως του αποκαλόκαιρου, θυμίζοντας αμυδρά εκείνο το απόγευμα στην Πρέβεζα. Πρόλαβα να ακούσω τα εφτά πρώτα κομμάτια κι άλλη μια φορά τη λατρεμένη “Μαλαματένια Ζωή” πριν φτάσουμε στο σπίτι. Δε χρειαζόταν περισσότερη ομορφιά γι’αυτή τη μέρα.


Leave a comment

Οι μέτριοι και λίγο θλιβεροί λόγοι που τρέχω

Ο φανταστικός Matthew Inman (aka The Oatmeal) έχει σχεδιάσει ένα κόμικ με τίτλο "The Terrible and Wonderful Reasons Why I Run Long Distances". Έχω διαβάσει αυτό το κόμικ καμιά κατοσταριά φορές και το ξεγύμνωμά του με αγγίζει κάθε φορά που το ξαναδιαβάζω. Όπως κάθε ανθυποερασιτέχνης jogger (δε μπορώ ακόμα ν'αποκαλέσω τον εαυτό μου δρομέα) που σέβεται τον εαυτό του, έχω κι εγώ σκεφτεί τι είναι αυτό που με κάνει να "βγαίνω", έστω γι'αυτές τις μικρές αποστάσεις που διανύω, αγνοώντας συνήθως την κούραση, τον καιρό και την κακή διάθεση. Οι λόγοι μου δεν είναι τόσο φρικτοί ή τόσο υπέροχοι, είναι μέτριοι και, νομίζω, λίγο θλιβεροί. Και παρότι σ'αυτό το μπλογκ έχω γράψει για χίλια δυο πράγματα, δεν έχω ποτέ γράψει για το τρέξιμο.

Θεωρώ τον εαυτό μου έναν άνθρωπο δίχως συγκεκριμένο στίγμα, αρκετά καλό ή αξιοπρεπώς επαρκή σε μερικά πράγματα αλλά όχι εξαιρετικό σε ένα ή λίγα, χωρίς συγκεκριμένο πλάνο για το πού θέλω να φτάσω και πώς θα το επιτύχω. Αισθάνομαι ότι ο χρόνος με προσπερνάει, ότι οι περισσότεροι στόχοι που κατά καιρούς έχω θέσει και συνεχίζω να θέτω φεύγουν και με προσπερνούν σαν σταματημένο. Όταν ξεκίνησα να τρέχω γύρω στο 2007 δεν είχα (αφελώς) τέτοιες έγνοιες - ήμουν 28 στα 29, με χρόνια μπροστά μου, με όρεξη και διάθεση. Γι'αυτό έτρεχα χωρίς να μετράω αποστάσεις ή να βάζω στόχους - έτρεχα όσο αντέξω (εκ των υστέρων υπολογίζω ότι δεν πρέπει να έτρεχα πάνω από 5 χιλιόμετρα, δε μ'ένοιαζε ιδιαίτερα να κρατάω τεφτέρι). Όταν ξανάρχισα να τρέχω περίπου πριν δύο χρόνια, άρχισα να βάζω στόχους, μικρούς στην αρχή (να τρέξω μισή ώρα συνεχόμενα, να κάνω δέκα γύρους στο στίβο) κι όσο τους πετύχαινα ένιωθα καλά και τους ανέβαζα: 5 χλμ., ο πρώτος αγώνας, το πρώτο 10άρι στο στίβο, ο πρώτος αγώνας 10 χλμ., πιο πολλές ανηφόρες, τα 12, τα 15, τα 18, ο ημιμαραθώνιος.

Η διαφορά μου από το 2007 είναι ότι έχω διαλύσει την εικόνα του άφθαρτου, του "πρέπει-να-είμαι-και-να-δείχνω-τέλειος" που ήμουν μαθημένος να έχω για τον εαυτό μου. Για να διαλύσω αυτή την εικόνα συνειδητοποίησα και παραδέχτηκα πολύ επίπονες αλήθειες, όπως π.χ. αυτές στις πρώτες σειρές της προηγούμενης παραγράφου. Επιπλέον, είμαι 36: επτά επιπλέον χρόνια χωρίς να έχω κάποια διακριτή, αναγνωρίσιμη (και από εμένα και από άλλους) πορεία, τουλάχιστον στον επαγγελματικό τομέα. Αρκετά αργότερα κατάλαβα ότι την περίοδο που προσγειωνόμουν στην πραγματικότητα κι άρχισα να αποδέχομαι τον εαυτό μου γι'αυτό που είναι, ταυτόχρονα άρχισα να χρειάζομαι ένα στόχο, κάτι που να προσπαθήσω και να καταφέρω μόνος μου. Κι αυτός ο στόχος ήρθε με τη μορφή εκατοντάδων, συνήθως μοναχικών χιλιόμετρων: τρέχω για να έχω κάτι να με σπρώχνει προς τα πάνω ενώ προσγειώνομαι στη σκληρή πραγματικότητα.

Στη συνέχεια συνειδητοποίησα ότι μέσα στον πανικό της καθημερινότητας, η ώρα που έβγαινα να τρέξω ήταν η μόνη ώρα που μπορούσα άνετα και χωρίς περιστροφές να τα παρατήσω όλα και να είμαι μόνος με τον εαυτό μου, η μόνη ώρα που δε θέλω ν'ακούω τίποτα άλλο εκτός από τις ανάσες και τα βήματά μου. Ούτε καν μουσική - πλέον τα ακουστικά τα φοράω από συνήθεια. Ο Oatmeal λέει: "I'm an introspective person, and sometimes I think too much about my job and about my life.I feed an army of pointless, bantering demons. But when I run the world grows quiet." Νομίζω ότι δεν πρέπει να υπάρχει δρομέας που δεν το έχει νιώσει, που δεν έχει πει "γάμα τα όλα, πάω να τρέξω" κι ας τον περιμένουν οι ίδιες εκκρεμότητες και έγνοιες μετά από 1-2 ώρες που θα γυρίσει στο σπίτι του.

Όμως το πιο σημαντικό είναι ότι μέσα από το τρέξιμο ψάχνω ένα στόχο, ένα στίγμα, κάτι στο οποίο μπορώ να θεωρήσω τον εαυτό μου πολύ καλό (κι ας μην είμαι πραγματικά) κι όχι απλά αρκετά καλό ή επαρκή. Μέχρι πριν δύο μήνες νόμιζα ότι το είχα βρει και αισθανόμουν κάτι να γεμίζει μέσα μου. Τώρα που ο μεγάλος στόχος, ο Ημιμαραθώνιος, επιτεύχθηκε και ο επόμενος στόχος, ο Μαραθώνιος, είναι πραγματικά δύσκολος και χρειάζεται τιτάνια προσήλωση, οι δυνάμεις μου αρχίζουν να με αφήνουν. Ο Μαραθώνιος είναι μακρινό όνειρο, έχω φτάσει σ'ένα επίπεδο (απόστασης) που θεωρώ καλό και κάπου εδώ νιώθω να μπαίνει ο κόφτης που θεωρεί αρκετό το "καλό" και αποθαρρύνει από το κυνήγι του εξαιρετικού, καθώς το τρέξιμο ακολουθεί το pattern της μέχρι τώρα ζωής μου.


2 Comments

A miracle

Ψάχνοντας να βρω ένα παλιό μου post στο Forever Delayed για μια συζήτηση στο τουίτερ είδα ότι το 2010 έγραψα 69 posts, τα επόμενα τρία χρόνια 52 στο σύνολο, ενώ φέτος μέχρι στιγμής ούτε ένα. Δε στέρεψα από ιδέες μέσα σε τρία χρόνια, μάλλον κουράστηκα κι αγχώθηκα περισσότερο απ'όσο μπορούσα ν'αντέξω ή απ'όσο πιστεύω ότι μπορώ να ξαλαφρώσω γράφοντας. Ούτε θυμόμουν ορισμένα από τα post που είχα γράψει, αλλά σ'αυτά που πρόλαβα στα πεταχτά να ξαναδιαβάσω δε θ'άλλαζα τίποτα από το περιεχόμενο. Είναι κομματάκι αποκαρδιωτικό πάντως, όλο λέω να γράψω κάτι, μετά σκέφτομαι διάφορα (π.χ. "δεν πρόκειται να το διαβάσει κανείς", "δεν έχει νόημα") και τ'αφήνω να περάσει.

Τρεις μήνες μετά από αυτό το σχόλιο στο FB τίποτα δεν έχει αλλάξει. Ακόμα κι αυτό το post βγαίνει δύσκολα. Δεν ξέρω τι ακριβώς θέλω να πω, παλεύω με τις λέξεις εδώ και ώρα, αλλά νιώθω ότι θέλω κάτι να βγάλω. Πληκτρολογώ σχεδόν ασυναίσθητα, χωρίς να ξέρω τι γράφω, νομίζω ότι αυτό φαίνεται από την επανάληψη και την ασυναρτησία των γραφόμενών μου, αλλά κάτι με τρώει απόψε και θα συνεχίσω να γράφω μέχρι να το βρω. [Μικρή παύση για κρασί]. Ίσως είναι ότι την κούραση μπορώ πλέον να τη μετρήσω και σε φθίνοντα αριθμό post, 69-22-20-10-1, σε λέξεις που γράφονται ολοένα και πιο αργά, πιο δύσκολα, πιο διστακτικά, πιο απογοητευμένα, στη μόνιμη απορία αν υπάρχει νόημα στο να συνεχίσω να γράφω, και σε αυτό το sinking feeling (όπως αυτή τη στιγμή) ότι όλα αυτά τελικά δεν έχουν σημασία για κανέναν, ούτε και για εμένα. [Μικρή παύση, αμόκ γάτας, χάδια, ηρεμία].

Πολύ θα ήθελα να μπορώ να γράφω καλά, να παίρνω σχόλια, views, likes και τέτοια, να έχω ένα σταθερό κίνητρο ακόμα κι αν δεν προέρχεται από τα μέσα μου, να είναι η ανάγκη να γράψω έστω ετερόφωτη, κινούμενη από μια τεχνητή αποδοχή. Ίσως τότε θ'άρχιζε να [παύση, τηλέφωνο, άναμμα φούρνου] ξαναπαίρνει μπροστά αυτό που είχα από το 2007 μέχρι και το 2010, δηλαδή να γράφω χωρίς κόπο, σιγά-σιγά στην αρχή, σαν να ξαναμαθαίνω ισορροπία στο ποδήλατο ή σαν να περπατάω μετά από μακροχρόνια παράλυση, και μετά πιο γρήγορα, πιο αποφασιστικά, πιο ανεξάρτητα, πιο αυτόφωτα ώσπου το ποδήλατο με τις βοηθητικές ρόδες να γίνει αγωνιστικό και το περπάτημα τρέξιμο. [παύση, κλείσιμο φούρνου, ατένισμα στο μπαλκόνι]. Θα ήταν ένα μικρό θαύμα, αλλά τα θαύματα ούτε τα χρωστάει κανείς σε κανέναν, ούτε έρχονται όποτε τα αποζητάς.



Leave a comment
Powered by Blogger.